ΑπόψειςΣΤΗΛΕΣ

Deep Freeze: Ο καλύτερος του χωριού…

Ο Σταύρος είναι εν δυνάμει gamer, από την επαρχεία, την δεκαετία του 90. Εύστροφο και ικανό παιδί, απολαμβάνει να παίζει video games τον ελεύθερο χρόνο του, κατά προτίμηση με φιλικά πρόσωπα. Κάπου εκεί, στα χρόνια της εφηβικής ανεμελιάς, κυκλοφορεί το TEKKEN 3 και φέρνει μαζί του τον Eddie. Ο Eddie, στα μάτια του Σταύρου, είναι ο ορισμός του scrub-clutch (πατερίτσα για αστοιχείωτους δηλαδή) μιας και μπορεί και “κερδίζει” τους άλλους απλά mashάροντας κουμπιά. Ο Σταύρος και η παρέα βέβαια, δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στο “Training Mode”, δεν έχουν internet για να μετρήσουν just frames και character tiers. Παίζουν γιατί περνάνε καλά. Δεν μπορούν να φανταστούν καν τι συνεπάγεται η φράση “υψηλό παικτικό επίπεδο”, πως υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Daigo, με τις ικανότητες και την ακρίβεια τους να αγγίζουν αυτές μηχανής ή του τι ακριβώς σημαίνει να γνωρίζεις σε βάθος πώς να κάνεις κάτι και πότε. Ο Σταύρος περνά φοιτητής σε μια μεγαλύτερη πόλη και καταλήγει στο gameroom ενός συμφοιτητή του, επίσης λάτρη της σειράς fighting της NAMCO. Για να εντυπωσιάσει το παρεάκι, ο Σταύρος επιλέγει τον Eddie. Best of three, καταλήγοντας σε 0-3 με 2 Perfect Rounds κι έναν όπου κινήθηκε ελάχιστα, ο Σταύρος μαζεύει τα δόντια και την λεβεντιά του από το ψηφιακό πάτωμα.

Η παραπάνω ιστορία φαντάζομαι είναι γνώριμη σε πολλούς, ειδικά άτομα ηλικίας γύρω στα 30. Θα μπορούσε κανείς να δικαιολογήσει σχετικά περιστατικά λέγοντας πως ο υπαίτιος ήταν η έλλειψη πρόσβασης στο διαδίκτυο, ο περιορισμός στον διαμοιρασμό της πληροφορίας δηλαδή… Ωστόσο, το φαινόμενο είναι αιώνιο, πανανθρώπινο και δεν έχει να κάνει σε κανένα επίπεδο με τίποτα από αυτά. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο έρμο είδος μας, χρειάζεται να μελετήσουμε το φαινόμενο Dunning-Kruger. Αυτό που μας διδάσκει η θεώρηση του 1999 από τους δύο ερευνητές, είναι πως ο αδαής άνθρωπος, μπροστά στο εγχείρημα προς επίτευξη, πολλές φορές υπερεκτιμά τις δυνατότητες του. Η απλοϊκότητα της σκέψης του και η γενικότερη άγνοια κάνει την πρόκληση να του φαντάζει ανώδυνη, αφού αφενός υπερτιμά τις δεξιότητες του κι αφετέρου υποτιμά τις απαιτήσεις του ζητούμενου. Όσο λιγότερα γνωρίζει κανείς, τόσο πιο τιτάνιος φαντάζεται πως είναι… μέχρι να τον προσγειώσει η πραγματικότητα.

Στον χώρο του gaming το φαινόμενο έχει, φυσικά, τις δικές του προεκτάσεις. Σε τίτλους με ανταγωνιστικού επιπέδου PvP (player VS player) δραστηριότητες, η οργή έχει την τιμητική της. Κάθε ήττα έχει τις ρίζες της σε κάποια εκτός ελέγχου μας μεταβλητή: Lag, cheating, hacking κτλ. Ελάχιστες είναι οι φορές που το πρόσωπο στον πάτο του leaderboard θα παραδεχτεί πως κάπου υστερούσε, πως ήταν ο ασθενής κρίκος ή πως δεν γνώριζε πώς να τα πάει καλύτερα. Όπως και στις τάξεις του φλερτ, πάντα “κάτι” φταίει, ο αντίπαλος είναι πιο όμορφος, πιο τεχνικός, πιο οικονομικά ευτραφής, πιο τυχερός. Η αλήθεια, ωστόσο, απέχει συνήθως πολύ.

Η πορεία της εκμάθησης, όπως την αποτυπώνει η έρευνα των Dunning & Kruger

Το gaming, σαν ασχολία, έχει πολλές εκφάνσεις. Υπάρχει η πολύ casual εκδοχή του, όπου κανείς μπορεί να περνά λίγες ώρες την εβδομάδα παίζοντας κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, για αποφόρτιση ή απλά για να περάσει την ώρα του ευχάριστα. Υπάρχει η πιο εντατική ενασχόληση, όπου το hobby αποτελεί βασικό αντικείμενο ενασχόλησης στην καθημερινότητα και “γεμίζει” τον χρήστη, τον ψυχαγωγεί και προκαλεί αίσθηση ευημερίας. Υπάρχει, φυσικά και η βαθμίδα της σε βάθος ενασχόλησης, όπου ο χρήστης παίζει για να κερδίσει και στο να κερδίζει βρίσκεται η απόλαυση του. Όπως γράφει και στο διαχρονικό του σύγγραμα, Playing to Win, ο David Sirlin, το ταξίδι της αυτοβελτίωσης και η αίσθηση του να παρατηρείς τον εαυτό σου να γίνεται καλύτερος και να επικρατεί απέναντι στον ανταγωνισμό, είναι μια από τις πλουσιότερες και παραγωγικότερες για ανθρώπους που μοιράζονται αυτή την νοοτροπία. Έφτασες εδώ που έφτασες μέσα από την αφοσίωση σου στο αντικείμενο, την γνώση που απέκτησες, τις εμπειρίες και τις αποτυχίες. Έχεις κάθε δικαίωμα να απολαύσεις την νίκη σου. Αυτός που δεν προσπάθησε, όχι.

Φυσικά, για τις επιχειρήσεις που στοχεύουν στο να έχουν όσο περισσότερους χρήστες μπορούν να συναθροίσουν, το να δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού δεν είναι απαραίτητα στα ζητούμενα τους. Πολύ πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί (στην αρχή του κύκλου ζωής του) το DESTINY 2, το οποίο περιόριζε το εναέριο gameplay (in-air accuracy, για τους γνώστες) προκειμένου να στερεί το πλεονέκτημα της εύστοχης κινητικότητας από τους έμπειρους παίκτες και να τους φέρνει πιο κοντά στους λιγότερο ικανούς. Αυτή η λογικής της μείωσης του λεγόμενου “skill ceiling” αποτελεί το κλασικότερο παράδειγμα “catering” προς τους δεύτερους, αφού παρέχει την ψευδαίσθηση της αποτελεσματικότητας, έχοντας ουσιαστικά στερήσει από αυτούς που γνωρίζουν τα εργαλεία για να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους. Είναι κάτι ανάλογο του να έβαζαν ένα παιδί γυμνασίου να παίξει basket ενάντια στο Jordan στα νιάτα του, όμως ο Michael θα έπρεπε να έχει τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη του και να φορά τσιμεντένιες μπότες. Σίγουρα, ο γυμνασιόπαις μπορεί να κέρδιζε… όμως δεν θα είχε καταφέρει (ή μάθει) τίποτα.

Η κάλυψη αυτής της ανάγκης για άμεση, άνευ όρων ικανοποίηση, τρέφει την λεγόμενη “scrub mentality”, την νοοτροπία των “μη ικανών” δηλαδή. Σίγουρα, όλοι ξεκινάμε αδύναμα, όμως αυτοί που προσπαθούν, με τον καιρό, θα γίνουν καλύτεροι. Οι “scrubs” ουσιαστικά υποτιμούν την αποτελεσματικότητα των καλυτέρων τους, χαρακτηρίζοντας κάθε πρακτική, μέσο ή μέθοδο ως “φθηνή”. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την συσσώρευση αρνητικότητας, αρνητικότητα που θα γίνει εμφανέστερη από όσους εν τέλει κατορθώσουν να αναρριχηθούν από τις τάξεις των νεοφερμένων, σε αυτές των πιο αποτελεσματικών – είναι αυτή η φάση της πορείας τους που θα τους δώσει το βάθρο για να εκτονώσουν την αντιπαραγωγική νοοτροπία τους, προβάλλοντας τοξικές συμπεριφορές. Δεν είναι τυχαίο πως φαινόμενα όπως το tea-bagging στα shooters παρατηρείται συνήθως από άτομα άνω του μετρίου, τα οποία προφανώς έχουν πολλές ώρες κραυγασμών στα ιστορικά τους, όπως και πολλά σημάδια από εκσφενδονισμένα αντικείμενα στους τοίχους τους.

Σαφέστατα, δεν είναι ανάγκη κάθε περιβάλλον να είναι ανταγωνιστικό. Δεν υπάρχει λόγος να παίζουν όλοι για να κερδίσουν. Δεν υπάρχει πάντα κάποια κορυφή για να κατακτηθεί. Αυτό που καλό είναι να προσπαθούμε, σαν είδος με ικανότητα σκέψης, είναι να αναλύουμε το περιβάλλον μας, να παρατηρούμε τις πράξεις και τα έργα αυτών που ήρθαν πριν από εμάς και με εστίαση και αφοσίωση να αγωνιζόμαστε να γινόμαστε καλύτεροι. Η πορεία προς τον Βέλτιστο Εαυτό, ο γράφων αισθάνεται, είναι ένας στόχος που από γενιά σε γενιά όλο και χάνεται… χάνεται κάτω από τον ατελείωτο θόρυβο, την έλλειψη παιδείας, την ανάγκη να τα έχουμε όλα, τώρα. Οι κορυφές όμως, όπως διδάσκει η ιστορία, έχουν απαιτήσεις και δύσκολα κατακτώνται – κι ακόμα κι αν απλά θέλεις να φτάσεις μέχρι το πρώτο καταφύγιο της ανάβασης θα χρειαστεί (τουλάχιστον) να ξέρεις τι παπούτσια θα πρέπει να φορέσεις.

Καλή επιτυχία την επόμενη φορά, “Σταύρο”. Εξασκήσου.

FiOth

Χρόνιος λάτρης της βιομηχανίας, θεωρητικός των τάσεων της και υποστηρικτής της καλλιτεχνικής της υπόστασης. Απολαμβάνω το hobby ασχέτως πλατφόρμας, snobάρω τις εμμονές με τις απανταχού εταιρείες και τα τελευταία χρόνια δημιουργώ game guides στο YouTube προκειμένου να κάνω την ζωή των συμπαικτών μου ευκολότερη. Come have a look!

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

For security, use of Google's reCAPTCHA service is required which is subject to the Google Privacy Policy and Terms of Use.

I agree to these terms.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδεχτείτε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την πολιτική cookie.