ΑπόψειςΣΤΗΛΕΣ

Deep Freeze: Re/Un/make

To 2020 ήταν σίγουρα μια κακή χρονιά, μια πρόκληση για όλους τους κατοίκους αυτού του βασανισμένου πλανήτη. Μετά από σχεδόν εκατό χρόνια η λέξη “πανδημία” ξαναπέκτησε ρεαλιστική, απτή βαρύτητα και ο ανθρώπινος πολιτισμός, ετυμολογικά, σείστηκε συθέμελα. Η ανάγκη για παραμονή στο σπίτι έδωσε τεράστια πωλησιακή ώθηση στην βιομηχανία του gaming η οποία μας έδωσε, λες και είχε προβλεφθεί, κάποια εξαιρετικά δείγματα για να περάσουμε τον άπλετο χρόνο μας. Για πάρα πολλούς παίκτες δύο ήταν οι πιο αναμενόμενοι τίτλοι της χρονιάς, για λόγους κυρίως νοσταλγικούς: Τα remakes των Final Fantasy VII και Resident Evil 3. Δύο εμβληματικές κυκλοφορίες της δεκαετίας του 90 θα εμφανιζόντουσαν, αναζωογονημένες, για να μαγνητίσουν τα βλέμματα ενός νέου δημογραφικού. Όλοι μας ελπίζαμε να ξαναζήσουμε το δέος που βιώσαμε σαν παιδιά. Όμως τα παιδιά ονειρεύονται με άλλα μάτια.

Πριν χαρακτηριστεί το παρόν κείμενο σαν κάποιο χιλιοαναγνωσμένο re-review των άνωθεν, ένα πράγμα χρειάζεται να γίνει σαφές: Οι τίτλοι που αναφέρθηκαν αποτελούν απλά παραδείγματα μιας μεγαλύτερης οικογένειας, μιας οικογένειας της οποίας τα γνωρίσματα θα γίνουν κατανοητά ενώ προχωράμε. Επίσης, δεδομένης της φύσης του remake του FFVII, o γράφων επιφυλάσσεται κι ελπίζει μέχρι τους τίτλους τέλους του εγχειρήματος, η Square Enix να μας δώσει τον καλύτερο (συνολικά) τίτλο που θα μπορούσε να φτιάξει. Για την ώρα όμως, ας γυρίσουμε στην ουσία.

Deep Freeze: Re/Un/make
Τάδε έφη Cloud, το έτος του κυρίου 2020…

Υπάρχει κάτι στην έννοια “αναδημιουργία” ή “remake” που γεννά ζεστά συναισθήματα σε όποιον την ακούει ή την διαβάζει. Είναι σαν μια υπόσχεση: Μια υπόσχεση επανασύνδεσης, επαφής με ζεστές αναμνήσεις κι απόδοσης ενός έργου κάνοντας χρήση νέων μέσων, με νέες προοπτικές. Είναι η νοσταλγία μας χέρι – χέρι με την πάντα ευχάριστη αίσθηση της ελπίδας για κάτι ακόμα καλύτερο, για τον καλλιτέχνη που θα μας βγάλει ασπροπρόσωπους και θα δώσει σε αυτά που αγαπάμε νέα, φρέσκια ανάσα. Καλώς ή κακώς, μας παίρνει λίγο χρόνο μέχρι να έρθουμε σε επαφή με την σκέψη του εναλλακτικού ενδεχομένου, της κακοποίησης δηλαδή όλων των άνωθεν ή εν τέλει την αποτυχία να παγιδεύσει ο δημιουργός την αστραπή για δεύτερη φορά μέσα στο μπουκάλι του. Πρώτα και πάνω από όλα, η αναδημιουργία οφείλει να διατηρήσει τον πνεύμα και την ουσία αυτού από το οποίο προέρχεται – κάθε τι που έχει φτιαχτεί από χέρι ανθρώπου φέρει μια ταυτότητα, έναν πυρήνα χωρίς τον οποίο δεν υπάρχει εστίαση. Αν την αλλοιώσεις πάρα πολύ, χάνεις αυτό από το οποίο ξεκίνησες. Χάνεις την ρίζα του. Αν δεν σκόπευες ποτέ να τιμήσεις την έμπνευση που πας να αναβιώσεις, γιατί δεν ξεκίνησες να φτιάχνεις κάτι καινούριο;

Στην περίπτωση του FFVII, ό,τι κι αν ειπωθεί θα είναι αυστηρά υποκειμενικό και ίσως ελαφρώς προκατειλημμένο: Για έναν τίτλο που θεωρείται από πολλούς “άγιος” σίγουρα υπάρχει κόσμος εκεί έξω που δυσκολεύεται να έρθει κοντά σε διαφορετικές απόψεις. Θα προτείναμε μια ματιά στο παλαιότερο Deep Freeze με τίτλο “Αποτύπωσις πριν προκληθούν αιματοχυσίες, όμως όπως και να έχει, κάποια στοιχεία αξίζει να υπογραμμιστούν: Σε μια προσπάθεια να παρατείνουν την σφριγηλότητα των μαστών της αγελάδας, πήραν έναν εκ των ιστορικότερων τίτλων τους, έναν τίτλο με μεστή δομή και ροή και τον μετέτρεψαν σε κάποιου είδους αμάλγαμα walking simulator και “what if” αφηγήματος. Πέρα από το gameplay – του οποίου οι χάρες είναι υποκειμενικές – δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός πως το παιχνίδι έχει την αίσθηση του “πρησμένου”, ενός ταξιδιού που θα μπορούσε να είναι πολύ πολύ πιο σύντομο και σφιχτά δεμένο. Τα κίνητρα και οι δικαιολογίες μπορεί να είναι πολλά όμως αποτελεί εγκληματική ενέργεια (τώρα και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση) να θυσιάζεται η ροή στον βωμό της βίαιης επέκτασης. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είναι πολύ πιθανό τα δύο επόμενα μέρη της παραγωγής να αφήσουν καλύτερες εντυπώσεις, ωστόσο είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς κάποιες από τις βλαβερές επιλογές.

Deep Freeze: Re/Un/make
Σας αρέσει να περπατάτε πολύ πολύ αργά για πολλές πολλές ώρες;

Είναι καλό ωστόσο να σταθούμε λίγο πιο αναλυτικά στο remake του πολυαγαπημένου Resident Evil 3. Ανάμεσα στα “αδέρφια” του, το RE3: Nemesis (όπως ονομάζεται το original στην Δύση) κρατά μια ξεχωριστή θέση: Αποτελεί τον μόνο τίτλο στην σειρά, ακόμα και μετά τους πιο πρόσφατους και με εστίαση στην δράση ομολόγους του, που χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο έντονης τυχαιότητας κι απροβλεψιμότητας. Στην τρίτη προσθήκη της κεντρικής σειράς οι αναμετρήσεις της αγαπημένης Jill, τόσο απέναντι στο επιβλητικό Nemesis όσο και στους κοινούς εχθρούς, βασίζονται στο ρίξιμο ενός ζαριού – αν είσαι τυχερός, εδώ θα αντιμετωπίσεις τρία zombies. Αν όχι, ένα Hunter. Η τυχαιότητα αυτή σε συνδυασμό με το λαβυρινθώδες περιβάλλον της Raccoon City, έκαναν κάθε playthrough να μοιάζει μοναδικό, προσθέτοντας τεράστιο βαθμό replayability και διατηρώντας την αίσθηση της αγωνίας από Νέο Παιχνίδι σε Νέο Παιχνίδι. Ο αγώνας για την επιβίωση μέσα στα σκοτεινά, απειλητικά σοκάκια πάντα κρατούσε την αδρεναλίνη ψιλά και την προσοχή του παίκτη αμείωτη. Ο βασικός ανταγωνιστής – το επιτίτλο Nemesis – αποτελεί ιδιοφυή προσθήκη, αν και από άποψης gameplay δεν έδενε πολύ καλά με τον σχεδιασμό των παλιών τίτλων. Το ασταμάτητο τανκ μπορούσε να κρύβεται πίσω από κάθε γωνία και κάθε άνοιγμα πόρτας μπορεί να σηματοδοτούσε την άφιξη του μέσω του αργού, ανησυχητικού theme του. Η Jill, καθ’ όλη την διάρκεια του τίτλου, είναι το εκπαιδευμένο ποντίκι που καταδιώκεται από μια εξαιρετικά φονική γάτα. Το φινάλε, με την πρωταγωνίστρια να διαλύει επιτέλους τον διώκτη της, κάνοντας χρήση ενός στατικού κανονιού, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές, καθαρτικές στιγμές στην ιστορία του μέσου – σε μια σειρά τόσο cheesy όσο τα RE η φράση “You want S.T.A.R.S? I’ll give you S.T.A.R.S!” φαντάζει πιο σοβαρή από ότι θα έπρεπε. Είναι η καταλληλότερη απόδοση του “πήγαινες γυρεύοντας” που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί οι δημιουργοί.

Κάπου εδώ, έρχεται στην συζήτηση η αναδημιουργία του λοιπόν. Το remake αποτελεί περισσότερο επανασύλληψη του τι θα μπορούσε να είναι το Resident Evil 3, παρά βελτιωμένη ανακατασκευή του. Δεν χρειάζεται να μείνουμε στο μειωμένο περιεχόμενο ή την καθολική απουσία πολλών περιοχών: Αυτά είναι σκληρά δεδομένα, αριθμοί και check-boxes σε έναν πίνακα που μπορεί να επαληθεύσει ο καθένας. Αυτό στο οποίο καλό είναι να σταθούμε είναι η καρδιά και η ψυχή του τρίτου μέρους της σειράς, αυτά δηλαδή που του έδωσαν εξ αρχής την ταυτότητα του: Περισσότερο από ότι στην πλειοψηφία των remakes, το R3make αποτυγχάνει να συλλάβει τον πυρήνα του original. Καμία τυχαιότητα, καμία απρόβλεπτη καταδίωξη μέσα στα στενά, κανένας άφθαρτος διώκτης να μας πιέζει σε κάθε βήμα. Οι αναμετρήσεις με το νέο Nemesis είναι όλες προγραμματισμένες και δυστυχώς ελάχιστες. Είναι αλήθεια πως τώρα, με την νέα τεχνολογία και τους μηχανισμούς που μας δίνονται, οι μάχες με το κτήνος είναι πολύ πιο οργανικές και βασισμένες στις ικανότητες μας, όμως παραμένουν ελάχιστες και στατικές. Μετά την πρώτη ζώνη – την πολύ περιορισμένη πλέον και προβλέψιμη μεριά της Raccoon City που μας δίνεται – η παρουσία του καθίσταται σπανιότερη κι από αντίγραφο του Burning Rangers στο SEGA Saturn. Επιπλέον, τα μεταμορφωτικά του στάδια έχουν συμπτυχθεί, στερώντας του την εμβληματική μορφή του από πολύ νωρίς. Ξαφνικά, ο παλαιοσειρήτης gamer διαπιστώνει πως “αυτό ήταν” – δεν πρόκειται να υπάρξουν άλλες καταδιώξεις ή απρόσμενες αναμετρήσεις. Το Nemesis είναι ήδη κάποιου είδους τετράποδο, ανεγκέφαλο ζώο και βρισκόμαστε μόνο δύο ώρες μέσα στο παιχνίδι: Δύο από τις δυνητικά έξι, αν κάποιος είναι πολύ αργός ή σχολαστικός. Το Resident Evil 3 δεν είναι για το original αυτό που ήταν το remake του Resident Evil 2 για το μεγαλύτερο αδερφάκι του. Είναι η budget, διαιτητική εκδοχή της πιο στείρας απόδοσης του. Κι εδώ βρίσκεται το έγκλημα.

Deep Freeze: Re/Un/make
H CAPCOM, εταιρεία γνωστή για τις πωλησιακές της μεθόδους όσον αφορά στα cosmetics, δεν μπήκε καν στον κόπο να μας παρέχει ένα εναλλακτικό skin με την μορφή του αγαπημένου ανταγωνιστή...

Για κάποιον που περίμενε εικοσιένα χρόνια για αυτή την αναδημιουργία, η πιο φρικτή σκέψη είναι η εξής: “Αυτό είναι”. Αυτό είναι το αποτέλεσμα. Αυτή είναι η μόνη έκδοση την πολυαναμενόμενης επιστροφής του αγαπημένου τίτλου που θα δούμε (ρεαλιστικά σκεπτόμενοι) για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Δεν θα υπάρξουν εναλλακτικές εκδόσεις, director’s cuts ή expansions: Αυτή η μισή από πλευράς περιεχομένου, στερούμενη φαντασίας δημιουργία είναι το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε να παίξουμε κάθε φορά που θέλουμε να θυμηθούμε την περιπέτεια της Jill, την τελευταία της απόδραση – εκτός βέβαια, αν θέλουμε να γυρίσουμε στο RE3 του 1999. Οπότε ποιος ήταν ο λόγος; Πού ήταν το υγιές δημιουργικό κίνητρο που έθεσε σε λειτουργία την μηχανή για να μας δώσει αυτό το αποτέλεσμα; Ο πραγματικός τρόμος, όσον αφορά στο R3make, είναι πως αυτό είναι το καλύτερο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε: Μια σύντομη, χλιαρή, ακρωτηριασμένη εμπειρία, η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ως το νέο standard για τα αναπόφευκτα, ατελείωτα remasters των επόμενων ετών. Το νέο προϊόν για επανακυκλοφορίες και αναβαθμίσεις θα είναι το ασθενέστερο όλων των πιθανών εκδοχών του.

“28 Σεπτεμβρίου. Ξημέρωμα. Τα τέρατα έχουν καταλάβει την πόλη. Κάπως… είμαι ακόμα ζωντανή”. Το θυμόμαστε όλοι, σαν κάποιου είδους ανορθόδοξη επίκληση. Το θυμόμαστε γιατί αυτό που ακολουθούσε κάθε φορά ήταν κάτι αξιομνημόνευτο. Κάτι που δημιούργησε στον καθένα μας μοναδικές, προσωπικές αναμνήσεις. Κάτι στο οποίο άξιζε περισσότερος σεβασμός. Μπορεί το παιδί του καθενός να προέρχεται από τον γονέα, όμως πάντα η έντιμη μεταχείριση αποτελεί αναπόσπαστο δικαίωμα του. Δικαίωμα αυτού όσο και των αναμνήσεων μας. Αν θέλεις να ξεριζώσεις την ψυχή από κάτι γιατί σου φαίνεται άσκοπο φορτίο, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να δημιουργήσεις το ανάγλυφο της αδιάφορης καρικατούρας σου από το μηδέν και να του δώσεις άλλο όνομα. Το “Nemesis” απουσιάζει από τον τίτλο της έκδοσης του 2020 – απουσιάζει όπως και η ουσία των γκροτέσκου συμπρωταγωνιστή μας. Αυτό έχει μείνει εγκλωβισμένο στο hardware προηγούμενων δεκαετιών. Εκεί, η χειρότερη κακοποίηση που μπορεί να υποστεί, είναι αυτή στα χέρια της σκληροτράχηλης Jill και της Benelli που κρατά με αποφασιστικότητα. Το κέρμα περιστρέφεται στο αέρα καθώς εισέρχεται στο γραφείο της στο αστυνομικό τμήμα – κορώνα για το Magnum στον φοριαμό ή γράμματα για το Grenade Launcher. Δεν μπορούν να σταματήσουν την τελευταία της απόδραση.

Αν σας αρέσει η συγκεκριμένη προσέγγιση σε θέματα της βιομηχανίας, που έχουν και αρκετή τροφή για σκέψη, διαβάστε όλα τα κείμενα της στήλης μας Deep Freeze, που έχει νέα άρθρα κάθε Σάββατο.

FiOth

Χρόνιος λάτρης της βιομηχανίας, θεωρητικός των τάσεων της και υποστηρικτής της καλλιτεχνικής της υπόστασης. Απολαμβάνω το hobby ασχέτως πλατφόρμας, snobάρω τις εμμονές με τις απανταχού εταιρείες και τα τελευταία χρόνια δημιουργώ game guides στο YouTube προκειμένου να κάνω την ζωή των συμπαικτών μου ευκολότερη. Come have a look!

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

For security, use of Google's reCAPTCHA service is required which is subject to the Google Privacy Policy and Terms of Use.

I agree to these terms.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Check Also
Close
Back to top button

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδεχτείτε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την πολιτική cookie.